«Οι απόψεις ενός κλόουν»

Rating: 4.5 out of 5.

«Οι απόψεις ενός κλόουν»1 είναι από εκείνα τα βιβλία που σε βρίσκουν σε μια συγκεκριμένη ηλικία, αλλά συνεχίζουν να σε αφορούν πολύ μετά, ακριβώς επειδή μιλούν για την ενηλικίωση μέσα σε μια κοινωνία βαθιά υποκριτική. Το διάβασα γύρω στο 1997, σε μια περίοδο που η μεταπολεμική Γερμανία έμοιαζε να ανήκει οριστικά στο «τότε», όμως ο Χάινριχ Μπελ κατάφερε να κάνει αυτό το «τότε» καθρέφτη του δικού μας «τώρα».

Ο Χανς Σνηρ, γόνος πλούσιας οικογένειας που επιλέγει να ζήσει ως κλόουν και ως συναισθηματικά εκτεθειμένος αντι-ήρωας, είναι ένας από τους πιο πειστικούς «απέξω» ήρωες που έχω συναντήσει στη λογοτεχνία. Από τα πρώτα κιόλας κεφάλαια, το βιβλίο σε κλείνει σε ένα σχεδόν θεατρικό δωμάτιο: λίγες ώρες, ένα διαλυμένο σώμα, ένα τηλέφωνο που δεν φέρνει ποτέ την παρηγοριά που υπόσχεται, και γύρω τους η μεταπολεμική Γερμανία που προσπαθεί να σβήσει το ναζιστικό παρελθόν της χωρίς να αναλάβει πραγματικά την ευθύνη γι’ αυτό. Ο κλόουν γίνεται έτσι όχι απλώς αφηγητής, αλλά ηθικός καταλύτης· μέσα από την τραγικωμική του ματιά ξεγυμνώνονται η υποκρισία του καθολικισμού, η κενότητα της αστικής «αξιοπρέπειας», η ψευδαίσθηση μιας κοινωνίας που θέλει να προχωρήσει μπροστά χωρίς να κοιτάξει τι έχει θαφτεί από κάτω.

Αυτό που με κέρδισε τότε –και που θυμάμαι καθαρά ακόμα– δεν ήταν μόνο η πολιτική διάσταση, αλλά η βαθιά προσωπική, σχεδόν εξομολογητική φωνή του Χανς. Ο Μπελ δεν γράφει ένα «δοκίμιο πάνω στη μεταπολεμική Γερμανία», αλλά ένα μυθιστόρημα για την αγάπη, την πίστη και την απώλεια, όπου κάθε ιδεολογική κουβέντα περνάει μέσα από τη ρωγμή ενός ανθρώπου που βλέπει τον έρωτα της ζωής του να τον εγκαταλείπει για μια «καθωσπρέπει» ζωή, την ίδια στιγμή που η κοινωνία τον σπρώχνει όλο και πιο έξω. Ο κλόουν δεν είναι ήρωας χωρίς ελαττώματα· είναι γεμάτος αδυναμίες, αυτοοίκτο, εμμονές, αλλά ακριβώς αυτή η ειλικρίνεια, η άρνησή του να ωραιοποιήσει τον εαυτό του, τον κάνει τόσο ανθρώπινο. Έτσι, η κριτική του στην πολιτική, στην Εκκλησία, στην οικογένεια και στις κάθε λογής «θεσμικές» βεβαιότητες δεν μοιάζει με μανιφέστο, αλλά με έναν άνθρωπο που, πληγωμένος μέχρι το κόκκαλο, παρ’ όλα αυτά επιμένει να λέει την αλήθεια.

Εκεί όπου πολλά κοινωνικά μυθιστορήματα γερνούν, οι «Απόψεις ενός κλόουν» παραμένουν επίκαιρες επειδή μιλούν για την αποξένωση του ατόμου μέσα σε μια κοινωνία που τυπικά έχει δημοκρατία, αλλά στην πράξη ταξινομεί, αποκλείει και εξαγνίζει τον εαυτό της μέσω μιας επιλεκτικής μνήμης. Η κριτική του Μπελ στη διαφθορά της χριστιανικής ηθικής, στη διάλυση των οικογενειακών δεσμών και στην αδυναμία της κοινωνίας να δεχτεί τον «διαφορετικό» καλλιτέχνη αγγίζει πολύ πέρα από το συγκεκριμένο γερμανικό πλαίσιο. Διαβάζοντάς το, τότε που ο δημόσιος λόγος για το παρελθόν και για την ευθύνη έμοιαζε πιο «καθαρός» απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα, το μυθιστόρημα λειτούργησε για μένα σαν άσκηση δυσπιστίας απέναντι σε κάθε επίσημη αφήγηση. Και σήμερα ακόμη, αν το σκεφτώ, οι «Απόψεις ενός κλόουν» είναι ένα βιβλίο που προτείνω χωρίς δισταγμό: όχι μόνο για τη λογοτεχνική του δύναμη και την λεπτή ειρωνεία του, αλλά γιατί σε βάζει να αναρωτηθείς αν προτιμάς να γελάς για να αντέχεις, ή να γελάς για να μη σε πάρουν χαμπάρι – και τι σημαίνει τελικά να λες την αλήθεια φορώντας ένα βαμμένο πρόσωπο.

Την εποχή της πρώτης του κυκλοφορίας, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο «Κλόουν» προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και δεν έγινε ομόφωνα αποδεκτός. Ένα μέρος της κριτικής τον χαιρέτισε ως ένα από τα πιο αιχμηρά και θαρραλέα μυθιστορήματα της μεταπολεμικής Γερμανίας, ακριβώς γιατί ασκούσε δριμεία κριτική στην υποκρισία της καθολικής Εκκλησίας, στην αστική τάξη και στο «θαμπό» ηθικό τοπίο της περιόδου Αντενάουερ. Άλλοι κριτικοί –ιδίως από συντηρητικούς και καθολικούς κύκλους– είδαν στο βιβλίο μια άδικη επίθεση στην Εκκλησία και στις χριστιανοδημοκρατικές ελίτ, κατηγορώντας τον Μπελ σχεδόν ως «προδότη» της Εκκλησίας και ζητώντας ακόμη και να αποσυρθεί το βιβλίο ή να καταδικαστεί δημόσια.

Η έντονη αυτή πόλωση οδήγησε σε δημόσιες αντιπαραθέσεις, με τον Μπελ να απαντά σε κριτικούς και θεολόγους, και να υπερασπίζεται ότι ο στόχος του δεν ήταν η πίστη, αλλά η πολιτικά βολική, επιλεκτική ηθική που κάλυπτε το ναζιστικό παρελθόν και τη σιωπή απέναντι στα εγκλήματα. Παρά τις αντιδράσεις, το βιβλίο καθιερώθηκε σταδιακά ως ένα από τα κεντρικά έργα του, θεωρήθηκε από πολλούς μελετητές ένα από τα πιο οξυδερκή σχόλια πάνω στην «Αποκατάσταση» της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας, και σήμερα διαβάζεται ως κλασικό κείμενο της γερμανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Ο Χάινριχ Μπελ τιμήθηκε με πολλά λογοτεχνικά βραβεία και διακρίσεις στη διαδρομή του. Το σημαντικότερο είναι το Νόμπελ Λογοτεχνίας 1972, «για το έργο του, το οποίο, με τον συνδυασμό μιας πλατιάς προοπτικής της εποχής του και μιας ευαίσθητης δεξιοτεχνίας στη σκιαγράφηση χαρακτήρων, συνέβαλε στην ανανέωση της γερμανικής λογοτεχνίας».


  1. Έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά και με τον τίτλο «Ο κλόουν» και «Απόψεις ενός κλόουν». Εγώ το διάβασα στην μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη από τις εκδόσεις γράμματα. ↩︎

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Created by Alex Volkov