«…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς»

Rating: 9.5 out of 10.

Το «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» είναι από τα ελάχιστα βιβλία που κουβαλάω μαζί μου από την εφηβεία ως σήμερα, όχι ως «κείμενο αναφοράς» αλλά ως ζωντανή φωνή που ξανανοίγει κουβέντες μέσα μου κάθε φορά που το σκέφτομαι.

Το διάβασα 16-17 χρονών, στο Λύκειο, σε μια ηλικία που η ιστορία της μετεμφυλιακής Ελλάδας έμοιαζε ακόμη κεφάλαιο σχολικού βιβλίου, και ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σε έναν άνθρωπο που δεν μιλούσε με το ύφος του ιστορικού ούτε με το ύφος του κομματικού αφηγήματος, αλλά με τη γλώσσα της καθημερινής, σκληρής και τρυφερής ταυτόχρονα εμπειρίας. Η αφήγηση του Χρόνη Μίσσιου, γραμμένη σαν μακρύ γράμμα σε έναν σύντροφο που «σκοτώθηκε νωρίς» και δεν πρόλαβε να ζήσει όλα όσα έζησε ο ίδιος, με έβαλε τότε για πρώτη φορά μέσα σε φυλακές, εξορίες, ανακρίσεις και μικρές στιγμές ανθρώπινης αξιοπρέπειας, χωρίς κανένα διδακτισμό. Αυτό που με αιφνιδίασε ήταν ότι πίσω από τον τρόμο, την εξόντωση, τον κομματικό δογματισμό, αναδυόταν συνεχώς μια θερμή ανθρωπιά, μια επιμονή να μείνει κανείς άνθρωπος ακόμα και όταν όλα γύρω του πιέζουν προς την κυνικότητα ή την τρέλα. Για έναν έφηβο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αυτό δεν ήταν απλώς ιστορικό μάθημα, ήταν μια πρόταση ηθικής στάσης απέναντι στον κόσμο.

Η γλώσσα του βιβλίου, αυτή η προφορικότητα που ακροβατεί ανάμεσα στο χιούμορ και στην αγριότητα, λειτούργησε για μένα σαν αντίδοτο σε κάθε ξύλινη πολιτική φράση. Ο Μίσσιος δεν ωραιοποιεί ούτε τον εαυτό του ούτε την Αριστερά· αντίθετα, την περνά από «ψυχιατρείο», όπως έλεγε και ο ίδιος, ασκώντας μια ανελέητη αλλά βαθιά ειλικρινή κριτική στους γραφειοκράτες, στους μηχανισμούς, στον φανατισμό που μπορεί να προδώσει τα ίδια τα ιδανικά του. Κι όμως, δεν πρόκειται για αποστασιοποιημένο αντικομμουνισμό, αλλά για μια εσωτερική ματιά ανθρώπου που πλήρωσε με φυλακές και εξορίες τη στράτευσή του και παρ’ όλα αυτά επιμένει στην πίστη σε έναν πιο δίκαιο κόσμο και στην «κορυφαία πολιτική μάχη» του να μείνουμε άνθρωποι. Αυτός ο συνδυασμός τρυφερότητας, οργής και αυτοσαρκασμού είναι που έκανε το βιβλίο να με σημαδέψει: έβλεπα για πρώτη φορά ταυτόχρονα την ηρωική και τη βαθιά αντιηρωική όψη μιας γενιάς που συχνά στα εγχειρίδια παρουσιάζεται μονοδιάστατα.

Σήμερα, γράφοντας πια ως ενήλικος που έχει ζήσει άλλες μεταβάσεις και άλλες διαψεύσεις, συνειδητοποιώ πόσο προφητικό αποδείχθηκε το βλέμμα του Μίσσιου πάνω στην Αριστερά και στην πολιτική γενικότερα. Η διαπίστωσή του ότι «σήμερα βέβαια όλοι έχουν αποκατασταθεί, και οι περισσότεροι είναι στο κόμμα, αντάμα με τους χτεσινούς διώκτες και βασανιστές τους» ακούγεται σήμερα τρομακτικά οικεία, σε μια εποχή ανακυκλούμενων προσώπων και ρευστών ταυτοτήτων εξουσίας. Αυτό κάνει το βιβλίο όχι μόνο ντοκουμέντο μιας σκληρής εποχής, αλλά και σχόλιο διαχρονικό πάνω στην ευκολία με την οποία τα συστήματα αλέθουν ιδανικά και ανθρώπους, αφήνοντάς μας με τη δύσκολη αποστολή να κρατήσουμε τουλάχιστον την προσωπική μας ακεραιότητα.

Αν ένα βιβλίο που διάβασες έφηβος αξίζει να το προτείνεις ξανά τριάντα και πλέον χρόνια μετά, είναι γιατί σε βοηθά να ξαναμετρήσεις τη δική σου διαδρομή. Το «…καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς» είναι ακριβώς αυτό: μια μαρτυρία που δεν εγκλωβίζεται στην κατηγορία «αριστερό απομνημόνευμα», αλλά μια γνήσια λαϊκή αφήγηση, θερμή, άμεση, θυμωμένη και βαθιά ανθρώπινη, που σε καλεί να πάρεις θέση όχι μόνο για το παρελθόν, αλλά και για το πώς θέλεις να σταθείς σήμερα απέναντι στην Ιστορία και στους άλλους. Για όσους δεν το έχουν διαβάσει, είναι ένα από εκείνα τα βιβλία που, αν πέσουν στα χέρια σου στην εφηβεία, σε μεγαλώνουν πιο απότομα· κι αν τα ξαναπιάσεις μεγάλος, σου θυμίζουν γιατί κάποτε πίστεψες ότι «η ζωή μας μια φορά μας δίνεται» και δεν πρέπει να τη χαρίζουμε εύκολα σε κανέναν.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Created by Alex Volkov