Κοινωνικό τοπίο της Ευρώπης από το Μεσαίωνα στη Νεότερη Περίοδο

Συνθήκες μετασχηματισμού της κοινωνίας και της εξουσίας που οδήγησαν και κάνουν διακριτή την περίοδο των νεώτερων χρόνων από τους μεσαιωνικούς. Κυριότερα, οι θεσμικές διαφορές διακυβέρνησης και τις αιτίες τους, παρακάμπτοντας την ιστορικιστική και μη ουσιώδη εναλλαγή των ηγεμόνων και των σχέσεων μεταξύ των κρατών.

              Ο Μεσαίωνας χαρακτηρίζεται από ένα αποκεντρωμένο σύστημα διακυβέρνησης, το Φεουδαλισμό. Μια αλληλουχία υποτέλειας και υποχρεώσεων μεταξύ των ηγεμόνων και των χωροδεσποτών (φεουδάρχες), και αυτών με τους δουλοπαροίκους τους ή τους εργάτες που καλλιεργούν τη γη του φέουδου. Κατά συνέπεια ήταν μια πυραμιδοειδής δομή, όπου ο ηγεμόνας είχε περιορισμένες δυνατότητες που βασίζονταν στην ανταπόκριση των φεουδαρχών στις υποχρεώσεις τους για  να συγκεντρώσει  δυνάμεις για να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα και μετά αυτές οι δυνάμεις διαλύονταν για να επιστρέψουν στη διάθεση του τοπικού χωροδεσπότη – την καλλιέργεια της γης.[1]

              Οι χωροδεσπότες είχαν συγκεντρωμένα στα χέρια τους δικαιώματα για να επιβάλλουν φόρους και να δικάζουν τους υποτελείς τους.[2] Ολόκληρη η κοινωνική και οικονομική δραστηριότητα βρισκόταν περιορισμένη στο χώρο. Οι χωρικοί ήταν προσδεδεμένοι στο κτήμα του φεουδάρχη χωρίς δυνατότητες αντίληψης των πραγμάτων πέρα από την καθημερινότητα του φέουδου και τις υποχρεώσεις του σε αυτό.[3]  Η ισχνή παραγωγή ανήκε κατά μεγάλο μέρος στο χωροδεσπότη και μόλις αρκούσε να θρέψει τον πληθυσμό.[4]

              Κατά το Μέσο και τον Όψιμο Μεσαίωνα μια σειρά από βελτιώσεις της αγροτικής και βιοτεχνικής τεχνολογίας και πρακτικής, όπως η εφαρμογή της τριετούς αμειψισποράς και η χρήση νέου άροτρου,[5] η εκτεταμένη χρήση νερόμυλων και αργαλειών, προκάλεσαν μια αύξηση της παραγωγής. Σταδιακά, η παραγωγή που πλεόναζε μπορούσε να πουληθεί έναντι χρημάτων, αντί της ανταλλαγής που συνηθιζόταν παλιότερα. Ο εκχρηματισμός των συναλλαγών, βοήθησε στην αντικατάσταση υποχρεώσεων με χρήματα, και στην ελεύθερη μεταβίβαση κτημάτων.[6] Η απώθηση του Ισλάμ από την Ευρώπη, η δημογραφική ανάπτυξη, η αύξηση της παραγωγής με συνέπεια την ύπαρξη πλεονάσματος και η υιοθέτηση νέων χρηματοπιστωτικών τεχνικών, έθεσαν τις βάσεις για μια εμπορική επανάσταση.[7]

              Το αγροτικό πλεόνασμα μπορούσε να διατεθεί για την αγορά εμπορικών προϊόντων και ένα δίκτυο εμπορικών δρόμων αναπτύχθηκε μεταξύ πόλεων. Εκεί αρχίζουν να ακμάζουν οι άνθρωποι που ασχολούνται με το εμπόριο και ανερχόμενοι αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση.[8] Κάποιες πόλεις ακμάζουν ιδιαίτερα, όπως η Φλάνδρα κέντρο της βιοτεχνίας και του μεγάλου διεθνούς εμπορίου.[9] Η Γένοβα και περισσότερο η Βενετία διέπρεψαν στο θαλάσσιο εμπόριο, και άλλες ιταλικές πόλεις ανέπτυξαν βιομηχανία. Μια από τις αιτίες που έφεραν ευημερία στη Φλωρεντία ήταν οι τραπεζικές δραστηριότητες.[10] Η εμπορική δραστηριότητα έφερε κοντά ομάδες ανθρώπων με κοινά συμφέροντα αλλά και πόλεις ολόκληρες. Έτσι δίπλα στους συνεταιρισμούς εμπόρων, βλέπουμε συνασπισμούς πόλεων όπως η Χανσεατική Ένωση στη Βαλτική.[11]

              Στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα, η Ευρώπη ήρθε αντιμέτωπη με το συνδυασμό δύο μεγάλων συμφορών. Η πρώτη συμφορά ήταν η επιδημία πανώλης που με ταχύτατη εξάπλωση προκάλεσε το θάνατο μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Επιπρόσθετα, οι κινήσεις φυγής από τις μολυσμένες περιοχές και η εξόντωση του πληθυσμού προκάλεσαν την ερημοποίηση των αγροτικών περιοχών, άφησαν πολλές εκτάσεις ακαλλιέργητες με αποτέλεσμα την εμφάνιση έλλειψης τροφίμων. Ο λοιμός που προκλήθηκε δημιούργησε επιπλέον θύματα ο ίδιος, αλλά και ενίσχυσε την εξάπλωση της πανώλης στον αδύναμο και πεινασμένο πληθυσμό.[12] Από τη συμφορά της πανώλης ελάχιστες περιοχές έμειναν αλώβητες. Σε κάποιες ο θάνατος έπληξε το ένα τρίτο ή ένα τέταρτο του πληθυσμού.[13] Πολεμικές συγκρούσεις πολυάριθμων επαγγελματικών στρατών με κυριότερη τον Εκατονταετή Πόλεμο, επίσης ερήμωσαν τις αγροτικές περιοχές. Οι απλήρωτοι στρατιώτες μετατρέπονταν σε συμμορίες που λυμαίνονταν την ύπαιθρο.[14]

              Οι παραπάνω συμφορές προκάλεσαν μια μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών από την ύπαιθρο στις πόλεις όπου υπήρχε μεγαλύτερη ασφάλεια. Εκεί, ειδικά στις πόλεις που ήταν σταυροδρόμια εμπορικών οδών, οι νέοι κάτοικοι είχαν μεγαλύτερες επαγγελματικές δυνατότητες.

              Η ανασφάλεια που προκάλεσαν οι συμφορές, προκάλεσαν μια άνοδο τόσο του θρησκευτικού αισθήματος όσο και του μυστικισμού. Η πίστη στη μαγεία, στα θαύματα και τη σημασία των ιερών λειψάνων αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο μετά το 12ο αιώνα.[15] Το άγχος που προκαλούσε η διαφορετικότητα, οδήγησε στη συστηματική καταδίκη των Εβραίων, των λεπρών και άλλων περιθωριακών ομάδων.[16]

              Το κύρος που απολάμβανε η Εκκλησία στο μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα, μπήκε σε καθοδική πορεία από την αρχή του 14ου αιώνα. Η «αιχμαλωσία» του Πάπα στην Αβινιόν, η χειραγώγησή του από το Γάλλο βασιλιά και το Μεγάλο Σχίσμα της καθολικής εκκλησίας που έλαβε πολιτικές διαστάσεις, αποδυνάμωσαν το θεσμό έναντι των μοναρχικών κρατών.[17] Έτσι, οι εθνικές μοναρχίες σταδιακά χαλάρωσαν τους δεσμούς τους με τον Πάπα και ανάλαβαν οι ίδιες τον έλεγχο του κλήρου, και την επιβολή φορολογίας σε αυτόν.[18] Γενικότερα, και η κακή στάση του κλήρου έναντι του ποιμνίου του, το απομάκρυνε από το λειτουργικό τυπικό και διευκόλυνε την άσκηση κριτικής κατά του Πάπα και της εκκλησίας και την εμφάνιση νέων δογμάτων και αιρέσεων.[19]

              Ο πλούτος και τα επιτεύγματα που είχε συγκεντρωθεί στην  Ιταλία κατά το 14ο αιώνα, γέννησαν μια πνευματική και καλλιτεχνική άνθηση, την Αναγέννηση.[20] Αυτή ήταν προπομπός του Ουμανισμού, του ανθρωποκεντρικού διανοητικού κινήματος του 15ου και 16ου αιώνα. Για τον ουμανισμό ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο του σύμπαντος, αλλά ένα κομμάτι του. Οι ουμανιστές δέχονταν ότι υπάρχει Θεός αλλά υποστήριζαν ότι ο Θεός ενώ έδωσε μια πρώτη πνοή δεν επεμβαίνει στην εξέλιξη των φυσικών πραγμάτων, κατά συνέπεια απέρριπταν τα θαύματα. Στόχος του ουμανισμού ήταν η δημιουργία ενός αρμονικού αξιοπρεπούς ανθρώπου.[21] Απορρίπτοντας δόγματα και τελετουργίες οι ουμανιστές προετοίμασαν ακούσια το μεταρρυθμιστικό κίνημα.[22]

              Απόρροια της κριτικής κατά της εκκλησίας, ήταν η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση και η διάσπαση του Χριστιανισμού το 16ο αιώνα. Ως αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας, η Αντιμεταρρύθμιση ξεκαθάρισε το δόγμα, αναμόρφωσε την εκκλησία και σκλήρυνε τη στάση της έναντι των Λουθηρανών, Καλβινιστών και άλλων δογμάτων που είχαν προκύψει. Καθώς η θρησκεία είναι ισχυρό μέσο κοινωνικής ενοποίησης,[23] χώρες και πόλεις διαχωρίστηκαν κατά τη διαδικασία συγκρότησης της δικής τους κοινωνικής ταυτότητας. Η διαίρεση της Ευρώπης σε δύο θρησκευτικές ζώνες, τον προτεσταντικό Βορρά και τον καθολικό Νότο, ακολουθήθηκε από ένα σχεδόν αιώνα άγριων θρησκευτικών πολέμων και διώξεων των αλλοθρήσκων.[24]

              Πέρα από τη θρησκευτική διαίρεση της Ευρώπης, παρατηρείται και μια οικονομική διαίρεση του ευρωπαϊκού χώρου. Η εκβιομηχανισμένη Δυτική Ευρώπη δέχεται πρώτες ύλες από τις αγροτικές ανατολικές περιοχές.[25]  Παράλληλα υπάρχει διαφοροποίηση και στον τρόπο σχηματισμού των κρατών. Στη Δύση σχηματίστηκαν επάνω στη βάση και το μετασχηματισμό της φεουδαρχικής παράδοσης, ενώ στην Ανατολή με τη βία.[26]

              Οι ανακαλύψεις και η δημιουργία αποικιών στην Αμερική και την Ασία από τα μεγάλα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, έφεραν μια ακόμη ώθηση στο εμπόριο με νέα προϊόντα,[27] ενώ και η ανάπτυξη της βιομηχανίας δημιούργησε νέους τρόπους απασχόλησης των εργατών πέρα από τις αγροτικές εργασίες. Η ανάγκη για εργατικά χέρια, έδωσε μεγαλύτερες ελευθερίες στους αγρότες έναντι των χωροδεσποτών τους. Παράλληλα παρατηρείται και μια νέα δημογραφική ανάπτυξη.[28] Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις εμφανίστηκε μια τάση αστικοποίησης, μεγαλύτερη στη Δυτική Ευρώπη.[29]

Στη Δυτική Ευρώπη έχουμε έντονη αστικοποίηση σε σχέση με την Κεντρική και τη Μεσόγειο όπου επιβραδύνεται.[30] Το εμπόριο και η βιομηχανία γίνονταν όλο και πιο σπουδαία σε σχέση με τη γεωργία.[31] Η εκβιομηχάνιση κλόνισε το σύστημα των συντεχνιών, ανοίγοντας την δυνατότητα εργασίας σε περισσότερους.[32] Με την αστικοποίηση και το σμίξιμο ομάδων ανθρώπων με κοινά συμφέροντα, εμφανίστηκε η αντίληψη ξεχωριστών κοινωνικών τάξεων. Σε αντίθεση με τις τρεις τάξεις του Μεσαίωνα, μια νέα κοινωνική τάξη, η αστική ανατέλλει και προωθεί τα συμφέροντά της.

Σε πολλές πόλεις η αστική τάξη διεκδικεί και καταφέρνει να συμμετέχει στη διακυβέρνηση. Τα ανώτερα στρώματά, προσπαθούν να εισχωρήσουν στις τάξεις των ευγενών.[33] Ιδίως στην Ιταλία, η αστική τάξη αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση των πόλεων, ενώ στις άλλες χώρες οι πόλεις παραμένουν υπό τη διοίκηση της μοναρχικής εξουσίας.[34]

              Ανάμεσα στη διαπάλη των κοινωνικών τάξεων, το κράτος επιβλήθηκε ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης.[35] Σε αυτή την περίοδο αναπτύχθηκαν δυναστικά κράτη, όπου ο ηγεμόνας  του Μεσαίωνα μετεξελίχθηκε σε βασιλιά. Οι περιορισμένοι στο χώρο θεσμοί του Μεσαίωνα σταδιακά αφομοιώθηκαν σε διευρυμένες εθνικές μοναρχίες, σε βάρος των χωροδεσποτών και των πόλεων. Οι αποκεντρωμένες εξουσίες που είχαν οι προηγούμενοι θεσμοί συγκεντρώθηκαν στο θεσμό του μονάρχη.[36]

Η ανάγκη επιβολής φόρων, ανάγκασε τους ηγεμόνες στην αποδοχή συγκρότησης αντιπροσωπιών των υπηκόων, όπως το αγγλικό κοινοβούλιο και η γαλλική συνέλευση των Τάξεων. Αυτές οι αντιπροσωπίες ασκούσαν ένα είδος ελέγχου στη μοναρχική διακυβέρνηση.[37]

              Η ανάπτυξη γραφειοκρατικής διοίκησης και δικτύου οργάνων άσκησης της εξουσίας μετρίασε την προσωπική επιρροή του μονάρχη, κάνοντάς τον έναν από τους θεσμούς μιας αφηρημένης και απρόσωπης κρατικής εξουσίας.[38] Σταδιακά, η έννοια της υπηρεσίας προς το κράτος με την έννοια της υπηρεσίας προς το μονάρχη, διαχωρίστηκαν.[39]

Σε αυτού του νέου τύπου πολιτική διακυβέρνηση, όλες οι άλλες δυνάμεις συνασπίστηκαν γύρω του σε μια προσπάθεια να δρέψουν ένα μέρος από τα κοινωνικά αγαθά. Οι χωροδεσπότες προσπάθησαν να διατηρήσουν την ισχύ τους, αναπροσαρμόστηκαν, δικτυώθηκαν και μεταβλήθηκαν σε αριστοκρατία. Η δημιουργία μεγάλων επαγγελματικών στρατών έδωσε διέξοδο στους δευτερότοκους γιους της άρχουσας τάξης, όπως επίσης και η υιοθέτηση μιας γραφειοκρατικής άσκησης εξουσίας στην οποία απέκτησαν αξιώματα.

              Η αριστοκρατία και η αστική τάξη στελέχωσαν την κρατική δομή, δένοντας τη σταδιοδρομία τους με το πολιτικό οικοδόμημα που υπηρετούσαν. Στις μοναρχίες καταλάμβαναν ευκολότερα και  περισσότερο ελεύθερα τις θέσεις από ότι στις ολιγαρχίες (π.χ. Βενετία) όπου οι θέσεις μονοπωλούνταν από την κυβερνώσα τάξη.[40]

              Η απολυταρχία δημιουργήθηκε χάρη στη συμμαχία που σύνηψε η μοναρχία με την αριστοκρατία, παραχωρώντας της ανταλλάγματα, προνόμια και κύριες θέσεις και αξιώματα στην ιεραρχία ενός  παντοδύναμου κράτους το οποίο ταυτιζόταν με το πρόσωπο του ίδιου του μονάρχη.[41] Ωστόσο, ο απόλυτος μονάρχης εξακολουθούσε να στηρίζεται στην αφοσίωση των υφισταμένων του οι οποίοι υπεράσπιζαν και τα δικά τους συμφέροντα.[42]

              Η απολυταρχία, ευδοκίμησε σε κράτη όπως η Γαλλία, η Ρωσία, η Πρωσία.[43] Σε άλλες περιπτώσεις όπως η Αγγλία, η εξουσία του μονάρχη καταργήθηκε για ένα διάστημα από την επανάσταση που καθοδήγησαν οι μικρογαιοκτήμονες, οι έμποροι και οι βιοτέχνες. Αφότου επανήλθε η μοναρχία η εξουσία της περιορίσθηκε έναντι του κοινοβουλίου που στήριζε μια κυβέρνηση της εμπιστοσύνης του, και το οποίο ελέγχονταν από τους μεγαλογαιοκτήμονες.[44]

              Στις Κάτω Χώρες, αναπτύχθηκε μια ολιγαρχία αποτελούμενη από αριστοκράτες, εμπόρους, εφοπλιστές και χρηματιστές. Επτά επαρχίες συγκρότησαν ένα ομόσπονδο κράτος, το οποίο κυβερνούνταν από αντιπροσωπευτικούς θεσμούς και ένα αιρετό Γενικό Κυβερνήτη σε κάθε μία. Για ένα διάστημα φάνηκε πολύ πιθανή η ίδρυση μοναρχίας όταν πέντε από τις επαρχίες είχαν εκλέξει τον ίδιο γενικό κυβερνήτη, αλλά τελικά ο θεσμός καταργήθηκε. Μοναρχία ιδρύθηκε στην Ολλανδία το 1815.[45]

Στην Πολωνία η μεγάλη εξουσία που είχε η αριστοκρατία που αποτελούσε τη Δίαιτα, συρρίκνωσε τη μοναρχική εξουσία σε βαθμό να την καταργήσει ουσιαστικά και να αφήσει τη χώρα στο έλεος των γειτονικών κρατών.[46]

              Τελικά, η γραφειοκρατική και δικτυακή οργάνωση του κράτους, δημιούργησε νομικές και διοικητικές σχέσεις που σχημάτισαν ένα αόριστο χαρακτήρα στην εξουσία. Αυτός ο αόριστος πολιτικός χαρακτήρας υποσκέλισε το θεσμό της μοναρχίας ανοίγοντας το δρόμο σε άλλα συστήματα διακυβέρνησης.[47]

              Είδαμε, ότι η δημογραφική και η τεχνολογική ανάπτυξη προώθησαν το εμπόριο και τη βιομηχανία ως ισχυρούς τομείς της οικονομίας. Οι κοινωνίες μεταβαλλόμενες υπό αυτές τις συνθήκες προσαρμόστηκαν και ομάδες ανθρώπων με κοινά συμφέροντα ανέπτυξαν την έννοια της κοινωνικής τάξης. Η διαπάλη για την προάσπιση και προώθηση των συμφερόντων της κάθε τάξης δημιούργησε ισορροπίες και συγκρούσεις, οι οποίες προβάλλονταν στους θεσμούς διακυβέρνησης.

              Το χωροδεσποτικό σύστημα συρρικνώθηκε με την εμφάνιση των χρηματικών ανταλλαγών και την άνοδο του εμπορίου. Αυτό έδωσε χώρο στη μοναρχία να αναπτυχθεί δημιουργώντας ισορροπίες με την επικράτηση ενός απρόσωπου και αφηρημένου εθνικού κράτους. Τελικά το κράτος επικάλυψε την ανάγκη για υπακοή σε ένα μονάρχη, δημιουργώντας τις συνθήκες όπου αλλού η μοναρχία υποσκελίστηκε σταδιακά, και αλλού με ριζικές ρήξεις όπως οι επαναστάσεις του τέλους του 18ου αιώνα.

Υποσημειώσεις

[1] Κώστας Ράπτης, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, α’ τόμος, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999, σ. 72.
[2] Ρίκα Μπενβενίστε, Από τους Βαρβάρους στους Μοντέρνους, Πόλις, Αθήνα, 2007, σ. 143.
[3] Jean-Francois Bergier, «Από τη διοικητική περιφέρεια στο έθνος», Ελένη Αρβελέρ – Maurice Aymard, Οι Ευρωπαίοι, α’ τόμος, Εκδόσεις Σαββάλας, σ. 325.
[4] Serge Berstein – Pierre Milza, Ιστορία της Ευρώπης, τόμος 1, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1998, σ. 118.
[5] Aleksander Gieysztor, «Ύπαιθρος και πόλη, κοινωνίες και κράτη», Ελένη Αρβελέρ – Maurice Aymard, Οι Ευρωπαίοι, α’ τόμος, σ. 291.
[6] Gieysztor, ο.π., σ. 297.
[7] Μπενβενίστε, ο.π., σ. 237.
[8] Μπενβενίστε, ο.π., σ. 238.
[9] Μπενβενίστε, ο.π., σ. 245.
[10] Μπενβενίστε, ο.π., σ. 250.
[11] Μπενβενίστε, ο.π., σ. 319.
[12] Ράπτης, ο.π., σ. 111.
[13] David Nicholas, Η εξέλιξη του Μεσαιωνικού κόσμου, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2007, σ. 576.
[14] Ράπτης, ο.π., σ. 112.
[15] Μπενβενίστε, ο.π., σ. 205-207.
[16] Μπενβενίστε, ο.π., σ. 221.
[17] Ράπτης, ο.π., σ. 115.
[18] Berstein-Milza, ο.π., σ. 248.
[19] Ράπτης, ο.π., σ. 114.
[20] Ράπτης, ο.π., σσ. 124-126.
[21] Berstein-Milza, ο.π., σ. 314.
[22] Berstein-Milza, ο.π., σ. 328.
[23] Maurice Aymard, «1492: Η Ευρώπη και ο κόσμος», Αρβελέρ Ελένη-Aymard Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, β’ τόμος, γ’ έκδοση, Σαββάλας, Αθήνα, 2003, σ. 26.
[24] Ράπτης, ο.π., σσ. 153-159.
[25] Henryk Samsonowicz, «Η τριχοτόμηση του Ευρωπαϊκού χώρου», Ελένη Αρβελέρ – Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, β’ τόμος, σ. 41.
[26] Maarten Prak, «Μια νέα πολιτική τάξη πραγμάτων», Ελένη Αρβελέρ – Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, β’ τόμος, σ. 76.
[27] Ράπτης, ο.π., σ. 138.
[28] Berstein-Milza, ο.π., σ. 297.
[29] Prak, ο.π., σ. 70.
[30] Juhan Kahk, «Μια νέα οικονομική τάξη πραγμάτων», Ελένη Αρβελέρ – Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, β’ τόμος, σ. 93.
[31] Prak, ο.π., σ. 80.
[32] Kahk, ο.π., σ. 89.
[33] Maurice Aymard, «Μια κοινωνική τάξη πραγμάτων με έντονες αντιθέσεις», Ελένη Αρβελέρ – Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, β’ τόμος, σ. 99.
[34] Μπενβενίστε, ο.π., σ. 268.
[35] Aymard, «Μια κοινωνική τάξη», σ. 99.
[36] Marco Cattini – Marzio Romani, «Από την άμεση εξουσία στην αφηρημένη διακυβέρνηση», Ελένη Αρβελέρ – Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, σ. 39.
[37] Berstein-Milza, ο.π., σ. 278.
[38] Cattini-Romani, ο.π., σ. 144.
[39] Prak, ο.π., σ. 67.
[40] Aymard, «Μια κοινωνική τάξη», σ. 101.
[41] Cattini-Romani, ο.π., σσ. 143-144.
[42] Prak, ο.π., σ. 66.
[43] Ράπτης, ο.π., σ. 184-186.
[44] Ράπτης, ο.π., σσ. 191-193.
[45] Ράπτης, ο.π., σσ. 194.
[46] Cattini-Romani, ο.π., σ. 143.
[47] Cattini-Romani, ο.π., σσ. 144-145.

Βιβλιογραφία

  • Μπενβενίστε Ρίκα, Από τους Βαρβάρους στους Μοντέρνους, Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2007
  • Ράπτης Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης, α’ τόμος, ΕΑΠ, Πάτρα, 1999
  • Aymard Maurice, «1492: Η Ευρώπη και ο κόσμος», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, μεταφρ. Πάρης Μπουρλάκης, β’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
  • Aymard Maurice, «Μια κοινωνική τάξη πραγμάτων με έντονες αντιθέσεις», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, μεταφρ. Πάρης Μπουρλάκης, β’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
  • Bergier Jean-Francois, «Από τη διοικητική περιφέρεια στο έθνος», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice, Οι Ευρωπαίοι, μεταφρ. Πάρης Μπουρλάκης, α’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
  • Berstein Serge – Milza Pierre, Ιστορία της Ευρώπης, μεταφρ. Αναστάσιος Δημητρακόπουλος, α’ τόμος, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1998.
  • Cattini Marco, Romani Marzio, «Από την άμεση εξουσία στην αφηρημένη διακυβέρνηση», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, μεταφρ. Πάρης Μπουρλάκης, β’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
  • Gieysztor Aleksander, «Ύπαιθρος και πόλη, κοινωνίες και κράτη», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice, Οι Ευρωπαίοι, μεταφρ. Πάρης Μπουρλάκης, α’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
  • Kahk Juhan, «Μια νέα οικονομική τάξη πραγμάτων», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, μεταφρ. Πάρης Μπουρλάκης, β’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
  • Nicholas David, Η εξέλιξη του Μεσαιωνικού κόσμου, μεταφρ. Μαριάννα Τζιαντζή, ΜΙΕΤ, Αθήνα, 2007, σ. 576.
  • Prak Maarten, «Μια νέα πολιτική τάξη πραγμάτων», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, μεταφρ. Πάρης Μπουρλάκης, β’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
  • Samsonowicz Henryk, «Η τριχοτόμηση του Ευρωπαϊκού χώρου», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, μεταφρ. Πάρης Μπουρλάκης, β’ τόμος, γ’ έκδοση, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, 2003
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Created by Alex Volkov