Ευρωπαϊκή ισορροπία

Σύγκριση του συστήματος ευρωπαϊκής ισορροπίας που εγκαθίδρυσε το «Συνέδριο της Βιέννης» (1814-1815) με εκείνο που επιβλήθηκε με τις συνθήκες ειρήνης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1919-1920). Αντιπαραβολή της λειτουργικότητάς τους και οι συνέπειες του «Μεγάλου Πολέμου» για την ευρωπαϊκή Ήπειρο.

Οι μεγάλοι πόλεμοι της Ευρώπης κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, ακολουθήθηκαν από συμφωνίες και την επιβολή της θέλησης των νικητών, που ήταν οι εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Οι νικητές ρύθμιζαν την τύχη των ηττημένων χωρών αλλά και κάθε κράτους που δεν είχε δύναμη να αντιταχθεί στην αυθαίρετη αναδιανομή εδαφών. Θα μελετήσουμε παρακάτω, τις διαφορές δύο καθεστώτων επιβολής ρυθμίσεων και ισορροπίας, που ακολούθησαν δύο πανευρωπαϊκούς πολέμους, τους Ναπολεόντειους (1803–1815) και τον Μεγάλο Πόλεμο (1914-1918).

Μετά από χρόνια συγκρούσεων και διασπορά επαναστατικών ιδεών, αντιλαμβανόμενοι οι νικητές των Ναπολεόντειων Πολέμων ότι η πλήρης επιστροφή στο παρελθόν ήταν αδύνατη, αναγκάστηκαν να αποδεχτούν κάποιες επαναστατικές κατακτήσεις, ώστε να εγκαθιδρύσουν μια νέα ισορροπία δυνάμεων.[1] Οι εδαφικές διευθετήσεις που επέβαλλε το Συνέδριο της Βιέννης, εφαρμόστηκαν με πρόσχημα την «αρχή της νομιμότητας». Στην πραγματικότητα όμως εφαρμόστηκαν μεταβολές υπέρ των νικητών, που διεκδίκησαν και πήραν εδάφη διαμελίζοντας ή ενώνοντας χώρες που είχαν προκύψει κατά τους Ναπολεόντειους Πόλεμους.

Οι νικήτριες δυνάμεις δεν είχαν πρόθεση να ταπεινώσουν τη μεγάλη ηττημένη, τη Γαλλία.[2] Δεν της επέβαλαν πολεμικές επανορθώσεις, αλλά την αποδυνάμωσαν χωρίς να τη διαλύσουν και δημιούργησαν ένα τείχος ισχυρών κρατών γύρω της, ώστε να εμποδιστεί μια μελλοντική της επέκταση.[3] Στα υπόλοιπα ζητήματα σχετικά με τη λεηλασία και το μοίρασμα των εδαφών διαφώνησαν έντονα, αλλά τα επέλυσαν προ του φόβου μιας νέας σύγκρουσης.[4] Άλλωστε η κύρια επιδίωξη, ήταν η δημιουργία ενός συστήματος ισορροπίας που θα απέτρεπε την κυριαρχία μια μεγάλης δύναμης, ώστε να διατηρηθεί η ειρήνη.[5]

Αμέσως μετά το Συνέδριο, οι διαφωνίες μεταξύ των νικητών επανήλθαν στο προσκήνιο. Ωστόσο το αντεπαναστατικό πνεύμα που είχαν και η επιθυμία να μην υπάρξει άλλη ανατροπή, έγινε στοιχείο συνοχής. Έτσι, τρεις από τις Μεγάλες Δυνάμεις υπέγραψαν τη συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας με σκοπό να προστατέψουν το καθεστώς που είχαν δημιουργήσει. Ουσιαστικά επρόκειτο για ένα σύνδεσμο αμοιβαίας βοήθειας εναντίων των επαναστατικών τάσεων που υπήρχαν στους λαούς της Ευρώπης.[6]

Η συνθήκη της Ιεράς Συμμαχίας στην ουσία ήταν απλώς μια διακήρυξη πρόθεσης. Αμέσως όμως, μπήκε σε εφαρμογή από την Τετραμερή Συμμαχία στην οποία είχε προστεθεί και το Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία παρότι δεν προέβλεπε συγκεκριμένους οργανικούς θεσμούς, προέβλεπε συνέδρια και συντονισμό της πολιτικής των συμβαλλομένων, ώστε να διατηρηθεί το καθεστώς που ευνοούσαν, καταπιέζοντας κάθε τάση φιλελευθερισμού.[7]

Η Τετραμερής Συμμαχία κατά τη συγκρότησή της εστίαζε κατά της ηττημένης Γαλλίας, η οποία ήταν ύποπτη και αμφίβολη για τη σταθερότητά της. Σύντομα όμως οι νικητές επιδεικνύοντας σύνεση, δέχτηκαν τη Γαλλία σε αυτή την Ευρωπαϊκή Συμφωνία, σε αντάλλαγμα της καλής διαγωγής της. Έτσι, παρά τις σχετικές επιφυλάξεις, η Γαλλία επισήμως επανερχόταν μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων που επιθυμούσαν να διατηρήσουν το status quo.[8]

Τα πρώτα χρόνια μετά τη συνθήκη του 1815 και τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας, η επιβολή του καθεστώτος και η κατάπνιξη κάθε πνεύματος αλλαγής στην Ευρώπη, ήταν άμεση και επιτυχής. Έτσι, με τη συμφωνία των συμμάχων τους, η Αυστρία επενέβη στα γερμανικά κράτη και στην ιταλική χερσόνησο με σκοπό να καταπνίξει φιλελεύθερα κινήματα και να επαναφέρει μονάρχες στο θρόνο τους. Η Γαλλία με τη σειρά της, ως μέλος και με την άδεια της συμμαχίας, συνέτριψε την φιλελεύθερη εξέγερση στην Ισπανία.[9]

Η συμφωνία μεταξύ των σχετικά φιλελεύθερων δυνάμεων της Δύσης, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Γαλλίας, με τις συντηρητικές δυνάμεις που αποτελούσαν η Αυστρία, η Πρωσία και η Ρωσία, ήταν πολύ δύσκολη. Η Ιερά Συμμαχία αποδυναμώθηκε πλήρως μετά το 1823, καθώς επρόκειτο για μια συμμαχία μεταξύ πολύ διαφορετικών δυνάμεων.[10] Η Ελληνική Επανάσταση που τελικά υποστηρίχτηκε από τη Ρωσία ήταν το πρώτο ρήγμα. Σύντομα οι επαναστάσεις του 1830 απομάκρυναν τη Δυτική Ευρώπη από το πλαίσιο της Ιεράς Συμμαχίας, η οποία εξακολουθούσε όμως να αντιμετωπίζει με επιτυχία τις εξεγέρσεις στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.[11] Έτσι ακόμη και το 1848, η Αυστρία κατέστειλε εξεγέρσεις στα γερμανικά και ιταλικά κράτη και δέχτηκε την συνδρομή της Ρωσίας για την καταστολή της ουγγρικής επανάστασης.[12]

Ένα αιώνα μετά το Συνέδριο της Βιέννης, ένα άλλο συνέδριο συγκροτήθηκε στο Παρίσι, για την αναδιανομή και την υποβολή αποφάσεων μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου. Οι νικητές, αποφάσισαν τη δημιουργία ενός νέου χάρτη, τόσο για την Ευρώπη όσο και για τον κόσμο, προσπαθώντας να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους έστω και υπό το πρόσχημα προστασίας των λαών.

Σε αντίθεση με την πρόφαση που χρησιμοποιήθηκε στη Βιέννη, η νομιμότητα για τις ηττημένες χώρες, κυρίως την Αυστροουγγρική και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αμφισβητήθηκε για χάρη της αυτοδιάθεσης των λαών και άλλων πολιτικών σκοπιμοτήτων.[13] Η διάσπαση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας δημιούργησε πολλά προβλήματα σε σχέση με τα σύνορα των κρατών που προέκυψαν και τις εθνότητες που υπήρχαν σε αυτά.[14] Η ύπαρξη εθνικών κρατών ήταν κάτι που εξυπηρετούσε τη Βρετανία και τη Γαλλία, δημιουργώντας μια ζώνη κρατών γύρω από τη Γερμανία και τη Ρωσία, ώστε να εκμεταλλεύονται τις αποικίες τους έχοντας ταυτόχρονα ένα είδος κυριαρχίας στην Ευρώπη. Οι φιλοδοξίες των δεύτερων όμως, στρέφονταν σε αυτά ακριβώς τα εδάφη.[15]

Ο θρίαμβος του εθνικισμού η αρπακτική διάθεση των νικητών με την εξάπλωση του έθνους-κράτους, δημιούργησε το πολιτικό πρόβλημα των μειονοτήτων, που οδήγησε σε προστριβές και συγκρούσεις. Όπου το κράτος ταυτιζόταν με ένα συγκεκριμένο έθνος, η παρουσία άλλων εθνοτήτων στο εσωτερικό του ήταν άμεση απειλή για την ειρήνη.[16]

Η χάραξη των συνόρων και η προσθαφαίρεση εδαφών χωρίς να ληφθούν υπόψη οικονομικά κριτήρια, είχαν σοβαρές επιπτώσεις και στην οικονομία των χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Για παράδειγμα, η διάσπαση της Αυστρουγγαρίας είχε διαλύσει την εμπορική ενότητα που υπήρχε με άξονα το Δούναβη.[17]

Στην Ιταλία η απογοήτευση ήταν έντονη από την αθέτηση των εδαφικών υποσχέσεων, κάτι που οδήγησε και λαϊκή υποστήριξη της κατάληψη του Φιούμε. Οι Ιταλοί πίστευαν ότι η χώρα τους θα έβγαινε αναβαθμισμένη από τον πόλεμο.[18] Οι συγκρουόμενες εδαφικές διεκδικήσεις της Ιταλίας και της Γιουγκοσλαβίας όμως δεν ήταν δυνατό να ικανοποιηθούν με βάση την αυτοδιάθεση των λαών, αλλά ούτε με βάση τη δικαιοσύνη.[19]

Οι υποσχέσεις για απόκτηση εδαφών και το πρόβλημα της αποπληρωμής των δανείων που συνάφθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου, περιέπλεξαν τις διακρατικές σχέσεις και αύξησαν τις επεμβάσεις στην πολιτική των χωρών μεταξύ τους.[20]

Παρότι νικήτριες, η Γαλλία και η Βρετανία βγήκαν εξουθενωμένες από τον πόλεμο. Ιδίως η Γαλλία φοβόταν έντονα μια νέα γερμανική ισχυροποίηση και πάλευε να ανορθωθεί οικονομικά, υπονομεύοντας παράλληλα κάθε γερμανική δυνατότητα ανάκαμψης. Η Βρετανία και η Αμερική όμως θεωρούσαν επικίνδυνη την πιθανότητα μιας οικονομικής και στρατιωτικής παντοδυναμίας και δεν υποστήριζαν τη Γαλλία στο ζήτημα αποπληρωμής των γερμανικών επανορθώσεων.[21]

Οι σχέσεις Γαλλίας-Γερμανίας επιδεινώθηκαν μετά την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχώρησαν από την εμπλοκή στα πολιτικά της Ευρώπης και η Ρωσία είχε επίσης απομονωθεί. Η Βρετανία ήταν η μόνη που μπορούσε να έχει το ρόλο μεσολαβητή και ήδη είχε καταλάβει ότι δεν μπορούσε να αγνοεί τα ευρωπαϊκά ζητήματα. Η βρετανική πολιτική στρεφόταν προς τη διατήρηση μιας ευρωπαϊκής ισορροπίας. Όμως μετά τον πόλεμο θεωρούσε ότι η ισορροπία κινδύνευε περισσότερο από τη γαλλική εθνικιστική πολιτική.[22]

Η απόφαση των Βρετανών και των Αμερικανών να απαιτήσουν την εξόφληση των χρεών από τη Γαλλία, οδήγησε την τελευταία να σκληρύνει τη στάση της απέναντι στο ζήτημα των επανορθώσεων. Έτσι, κατέλαβε τη γερμανική περιοχή του Ρουρ για εκμετάλλευση των ορυχείων της. Αυτή η κίνηση εκβιασμού ανάγκασε τη Γερμανία να ξαναρχίσει την αποπληρωμή επανορθώσεων, τις οποίες είχε διακόψει.[23]

Η επίλυση του ζητήματος των πολεμικών επανορθώσεων ήταν ένα μέτρο που θα βοηθούσε τη Γερμανία να ορθοποδήσει και να αναπτύξει την οικονομία της.[24] Από το 1922, ο πληθωρισμός χτύπησε τη γερμανική οικονομία και κλόνισε τους πολιτικούς θεσμούς.[25] Η μετέπειτα γαλλική εκτίμηση ότι η δυναμική αναμέτρηση με τη Γερμανία δεν θα ήταν ωφέλιμη, οδήγησε σε μια νέα προσέγγιση. Το πρόβλημα των επανορθώσεων επιλύθηκε κατά ένα μέρος, με το σχέδιο Ντωζ του 1924 και τη συμφωνία του Λοκάρνο που ακολούθησε, που διευκόλυναν τη Γερμανία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που της είχαν επιβληθεί.[26]

Η ανάγκη της Γερμανίας να καταβάλει τις επανορθώσεις έκανε ευπρόσδεκτες τις αμερικανικές επενδύσεις σε αυτήν, δημιουργώντας μια ανακύκλωση κεφαλαίων, που τα οδηγούσε ως επανορθώσεις σε κράτη που με αυτά αποπλήρωναν τα δικά τους πολεμικά χρέη. Η διακοπή αυτού του κύκλου επέφερε την πτώση ολόκληρου του οικονομικού συστήματος μετά το μεγάλο αμερικανικό κραχ.[27]

Σε αντίθεση με τη συγκρότηση της Τετραπλής και Πενταπλής Συμμαχίας που είχε σαφή στόχο την προάσπιση των συμφερόντων των μεγάλων δυνάμεων με κάθε μέσο, οι δυνάμεις του 20ου αιώνα συγκρότησαν ένα διεθνές όργανο που υποτίθεται ότι θα προστάτευε την ειρήνη μέσω των διαπραγματεύσεων. Η Κοινωνία των Εθνών ήταν ένα συλλογικό όργανο που συγκροτήθηκε με την προτροπή του Πρόεδρου των ΗΠΑ, Ουίλσον. Σκοπός της ήταν η επίλυση των διαφορών μεταξύ των κρατών χωρίς την προσφυγή στη βία. Ωστόσο από την έναρξή της δέχτηκε σοβαρό πλήγμα από την άρνηση των ΗΠΑ να γίνουν μέλος της, συνεπώς με απούσα τη μεγαλύτερη εκ των ηγετικών δυνάμεων η Κοινωνία των Εθνών δεν είχε πραγματική δύναμη για επιβολή των αποφάσεών της.

Η Κοινωνία των Εθνών δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στο ζήτημα των αποικιών της Γερμανίας, υποκύπτοντας στις διαθέσεις των νικητών.[28] Ήταν αδύναμη, εξαιτίας της διαφορετικής ερμηνείας των αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεών της, που έδιναν οι μεγάλες δυνάμεις, και εξέφραζαν τις επιδιώξεις τους. Γι’ αυτό και ενώ μπόρεσε να λύσει διαφορές μεταξύ μικρών κρατών, ήταν αδύναμη να επιβάλλει λύσεις σε ζητήματα μεταξύ ισχυρών και ανίσχυρων κρατών.[29] Ενώ οι ιδεαλιστές υποστηρικτές της προσέβλεπαν σε αυτή μια νέα ηθική και έννομη τάξη μεταξύ των κρατών, ρεαλιστές όπως οι Γάλλοι την έβλεπαν μόνο ως μέσο καταπολέμησης του αναθεωρητισμού.[30]

Οι ανικανοποίητες εδαφικές βλέψεις των ευρωπαϊκών κρατών, τα προβλήματα των μειονοτήτων και ο εθνικισμός ήταν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του αναθεωρητισμού, δηλαδή της πολιτικής των δυσαρεστημένων χωρών να αναθεωρήσουν το καθεστώς που προέκυψε από τις μεταπολεμικές συνθήκες ειρήνης.[31]

Τα προβλήματα που δημιουργούσε ο αναθεωρητισμός, επιδεινώνονταν από τις οικονομικές εξελίξεις.[32] Τα διαρκή οικονομικά προβλήματα των εργατικών τάξεων, κυρίως στις ηττημένες χώρες δημιουργούσαν προστριβές και αναγωγή τους στα αποτελέσματα του πόλεμου. Η κατάληψη του Ρουρ από τη Γαλλία, θεωρήθηκε από τους Γερμανούς ως μια ενέργεια με σκοπό την ταπείνωση της χώρας τους.[33]

Για τη συγκράτηση του γερμανικού αναθεωρητισμού, η Βρεττανία και η Γαλλία εγγυήθηκαν τα σύνορα ορισμένων χωρών, υποσχόμενες στρατιωτική βοήθεια σε περίπτωση επίθεσης. Ωστόσο η βρετανική εγγύηση προς τις χώρες που ήταν περισσότερο δυνατό να απειληθούν, δηλαδή της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας, ήταν καθυστερημένη και περιορισμένη. Θεωρείται πως εάν οι νικήτριες χώρες είχαν προβάλει μια περισσότερο έγκαιρη και ισχυρή υποστήριξη του καθεστώτος που είχε δημιουργηθεί με τις συνθήκες ειρήνης, αυτό θα είχε συγκρατήσει το γερμανικό αναθεωρητισμό ή θα οδηγούσε στην αναθεώρηση χωρίς να εκραγεί ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.[34]

Το σύστημα ευρωπαϊκής ισορροπίας που δημιουργήθηκε μετά το Μεγάλο Πόλεμο, ήταν κατά μεγάλο μέρος ατελές και αποτυχημένο σε σχέση με το αντίστοιχο που επιβλήθηκε μετά το Συνέδριο της Βιέννης. Το δεύτερο οδήγησε σε μια σχετικά μακρά περίοδο ειρήνης, τουλάχιστον από την άποψη ότι δεν υπήρξαν ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, έστω και αν υπήρχαν στρατιωτικές επεμβάσεις εναντίον μικρότερων κρατών ή επαναστάσεις στο εσωτερικό τους. Αντιθέτως, το πρώτο οδήγησε στο ξέσπασμα ενός περισσότερο άγριου πόλεμου.

Η κύρια διαφορά μεταξύ των δύο περιόδων, βρίσκεται στο ότι οι δυνάμεις των αρχών του 19ου αιώνα, επέβαλλαν με αυστηρότητα την ισορροπία που είχαν συμφωνήσει με διαρκείς επεμβάσεις ακόμη και αφού είχε διαλυθεί η μεταξύ τους συμμαχία. Είναι γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις υπήρξαν περιπτώσεις μικρών κρατών και εθνών που ήταν δυσαρεστημένα από το καθεστώς που τους είχε επιβληθεί. Αυτά όμως δεν μπορούσαν να προκαλέσουν μια μεγάλη ανατροπή. Οι Μεγάλες Δυνάμεις άλλωστε, είχαν προνοήσει ώστε η ηττημένη Γαλλία να μην ταπεινωθεί. Σύντομα ανέκαμψε ως ισότιμη Μεγάλη Δύναμη που δεν είχε συμφέρον από την ανατροπή του διεθνούς κατεστημένου, έστω και αν υπέστη εσωτερικές επαναστάσεις. Αυτό έγινε κατανοητό στους ευρωπαϊκούς λαούς, όταν το επαναστατικό λίκνο της Ευρώπης τους αγνόησε στις επαναστάσεις του 1848.

Οι νικητές του Μεγάλου Πολέμου δημιούργησαν ένα σύστημα ασταθές που προκαλούσε προστριβές. Ταπεινώνοντας την ηττημένη Γερμανία και προσπαθώντας να τη διατηρήσουν αδύναμη, προκάλεσαν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα, που οφειλόταν στη πρόθεση της Γερμανίας να επιβιώσει και να ανακάμψει ως ηγετική δύναμη μεταξύ των κρατών. Επίσης η αλληλεγγύη μεταξύ των νικητών δεν ήταν αρκετή ώστε να υποστηρίξουν και να επιβάλλουν από κοινού τις αποφάσεις στις οποίες είχαν συμφωνήσει, σε αντίθεση με τις ισχυρές συμμαχίες του 19ου αιώνα που τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια, επέβαλλαν από κοινού και με πυγμή τη θέλησή τους επάνω στα ευρωπαϊκά κράτη.

Τελικά η απροθυμία των νικητριών δυνάμεων να διατηρήσουν ένα σύστημα ισορροπίας, η ικανοποίηση ορισμένων κρατών και εθνών σε βάρος άλλων και η οικονομική δυσπραγία που επέφερε ο πόλεμος και έγινε αργότερα εντονότερη, οδήγησαν στην ανατροπή που επιθυμούσαν και ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν γι’ αυτή, οι ηττημένοι και οι ανικανοποίητοι.

Βρετανική γελοιογραφία του 1920.
ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ  ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΗ ΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΝΟΝΙΑ
Ο Τίγρης (Κλεμανσώ): «Περίεργο! Μου φαίνεται ότι ακούω ένα  παιδί να κλαίει!»
Στην γωνία: Κλάση του 1940.

Παραπομπές

  1. Dan Berindey, «Προς μια Ευρωπαϊκή Νέα Τάξη», Ελένη Αρβελέρ – Maurice Aymard (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, Β’ τόμ., Γ’ έκδ., εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2001., σ. 224
  2. Ι.Σ. Κολιόπουλος, Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 79.
  3. Serge Berstein – Pierre Milza, Ιστορία της Ευρώπης, Β’ τόμ., εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σ. 22.
  4. Κολιόπουλος, σ. 82.
  5. Κολιόπουλος, σσ. 80-81.
  6. Berstein-Milza, ό.π., Β’ τόμ., σ. 25.
  7. Berstein-Milza, ό.π., Β’ τόμ., σ. 26.
  8. Berstein-Milza, ό.π., Β’ τόμ., σ. 26.
  9. Berstein-Milza, ό.π., Β’ τόμ., σ. 27.
  10. Berindey, «Προς μια Ευρωπαϊκή», σ. 226-227.
  11. Ράπτης Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σσ. 51-52.
  12. Ράπτης, ό.π., σσ. 63-64.
  13. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 321.
  14. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 326.
  15. Mark Mazower, Σκοτεινή Ήπειρος, Δ’ έκδ., εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σσ. 55-56.
  16. Mazower, ό.π., σ. 54.
  17. Κολιόπουλος, ό.π., σσ. 326-327.
  18. Berstein-Milza, ό.π., Γ’ τόμ., σ. 56.
  19. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 322.
  20. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 320.
  21. Berstein-Milza, ό.π., Γ’ τόμ., σ. 40.
  22. Berstein-Milza, ό.π., Γ’ τόμ., σ. 42.
  23. Berstein-Milza, ό.π., Γ’ τόμ., σ. 44.
  24. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 329.
  25. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 329.
  26. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 330.
  27. Berstein-Milza, ό.π., Γ’ τόμ., σ. 45.
  28. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 331.
  29. Κολιόπουλος, ό.π., σσ. 332-333.
  30. Mazower, ό.π., σ. 75.
  31. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 326.
  32. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 327.
  33. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 329.
  34. Κολιόπουλος, ό.π., σ. 334.

Βιβλιογραφία

  • Κολιόπουλος Ι.Σ., Νεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία 1789-1945, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2001.
  • Ράπτης Κώστας, Γενική Ιστορία της Ευρώπης κατά τον 19ο και τον 20ο αιώνα, ΕΑΠ, Πάτρα 1999.
  • Berindey Dan, «Προς μια Ευρωπαϊκή Νέα Τάξη», Αρβελέρ Ελένη – Aymard Maurice (επιμ.), Οι Ευρωπαίοι, Β’ τόμ., Γ’ έκδ., εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα 2001.
  • Berstein Serge – Milza Pierre, Ιστορία της Ευρώπης, Β’ τόμ., εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997.
  • Mazower Mark, Σκοτεινή Ήπειρος, Δ’ έκδ., εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004.
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς