Η κριτική της Νεωτερικότητας από τη Σχολή της Φρανκφούρτης

Τα τρία κύρια πεδία με τα οποία ασχολείται η Κριτική Θεωρία όπως αναπτύχθηκε από τους στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης είναι η οικονομία, η ανάπτυξη του ατόμου, και ο πολιτισμός. Σε ένα συνδυασμό μαρξιστικών και ψυχαναλυτικών προοπτικών, η «κοινωνία» ειδικότερα γίνεται αντιληπτή κριτικά. Δεν είναι μόνο κατανοητή ως μια ομάδα ανθρώπων σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αλλά επίσης αναλυούμενες κοινωνικές συνθήκες που υπερισχύουν επί του ατόμου και περιορίζουν τον χαρακτήρα και τις δυνατότητες δράσης των ανθρώπων. Ένας ειδικός μεσολαβητικός ρόλος στη σταθεροποίηση της κυριαρχίας προέρχεται από την οικογενειακή κοινωνικοποίηση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τη μαζική κουλτούρα.

Στην ύστερη καπιταλιστική κοινωνία, η αυξανόμενη συγκέντρωση του κεφαλαίου και η γραφειοκρατία οδηγούν στην καταστροφή του αυθόρμητου και του ατόμου στην κοινωνία. Αν και ο Λόγος του Διαφωτισμού θεωρούσε την επίτευξη της αληθινής γνώσης του κόσμου ως την ουσία του ανθρώπου, αυτός ο ορθολογισμός έχει γίνει «εργαλειακός» και «σκόπιμος». Αυτός ο εργαλειακός λόγος αντιμετωπίζει την φύση και τους ανθρώπους μόνο από την άποψη της χρησιμότητας. Οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων είναι σε μεγάλο βαθμό αντικειμενοποιημένες με τη διάλυση των παραδοσιακών δεσμών, και μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε απλή ανταλλαγή. Τελικά, αναδύεται ένας «ολοκληρωτικά διαχειριζόμενος κόσμος» ο οποίος ασκεί ολοκληρωτικό κοινωνικό έλεγχο πάνω στο άτομο και καταστέλλει σταθερά τον ιδεαλισμό, τη μη συμμόρφωση, τη μη συμβατότητα, ή τη δημιουργικότητα, σε αντίθεση με τον χαρακτήρα του.

Για τους στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης η κοινωνική έρευνα πρέπει να συνδυάζει και όχι να χωρίζει τους πόλους της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών, αφού η κριτική θεωρία αντιλαμβάνεται ότι τα αντικείμενα που εξετάζει είναι κοινωνικά προδιαμορφωμένα και δεν είναι απλά εξωτερικά δεδομένα. (Ιακώβου, 2008: 301)  Μια τέτοια προσέγγιση, επιτρέπει στην προσπάθειά των φιλοσόφων να είναι πρακτική με μια ηθική αντί για εργαλειακή έννοια. Δεν επιδιώκουν απλώς να παράσχουν τα μέσα για να επιτύχουν κάποιο ανεξάρτητο στόχο, αλλά μάλλον να επιδιώξουν την «ανθρώπινη χειραφέτηση» υπό συνθήκες κυριαρχίας και καταπίεσης. Αυτό το κανονιστικό καθήκον δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο τρόπο εκτός από την αλληλεπίδραση μεταξύ φιλοσοφίας και κοινωνικής επιστήμης μέσω διεπιστημονικής εμπειρικής κοινωνικής έρευνας.

Μια κριτική θεωρία είναι επαρκής μόνο αν πληροί τρία κριτήρια: πρέπει να είναι επεξηγηματική, πρακτική και κανονιστική, όλα ταυτόχρονα. Δηλαδή, πρέπει να εξηγεί τι είναι λάθος στην τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα, να προσδιορίσει τους παράγοντες για να τροποποιηθεί, και να παρέχει τόσο σαφή πρότυπα για κριτική όσο και εφικτούς πρακτικούς στόχους για κοινωνικό μετασχηματισμό. Για παράδειγμα ο Μαρκούζε κάνει την κριτική του στο καπιταλιστικό και σοβιετικό τεχνοκρατικό ορθολογισμό, και παρότι έχει αντιρρήσεις για τη μαρξιστική θέση ότι ο επαναστατικός μετασχηματισμός της κοινωνίας θα έρθει από την εργατική τάξη, προσπαθεί να διερευνήσει ποιες είναι άλλες δυνάμεις οι οποίες θα μπορούσαν να πραγματώσουν την αισθαντικότητα που υποστηρίζει, ποια μπορεί να είναι τα νέα επαναστατικά υποκείμενα. (Φωτόπουλος, 2008: 341)

Η κριτική θεωρία του παρελθόντος απασχολούνταν με την επαναστατική αλλαγή του κόσμου, ενώ η σύγχρονη με την διατήρηση της αυτονομίας του ατόμου σε ένα εξορθολογισμένο τεχνοκρατικό κοινωνικό καθεστώς. Σκοπός της κριτικής θεωρίας είναι να φέρει στο επίπεδο της συνείδησης το ενδιαφέρον για το μετασχηματισμό της κοινωνίας σε συνένωση ελεύθερων ανθρώπων και στη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί. (Ιακώβου, 2008: 302)

Η κριτική θεωρία αντιτίθεται στη νεωτερική αντίληψη περί θεωρίας και ορθολογικής γνώσης σύμφωνα με την οποία η ορθότητα μιας θεωρίας επιβεβαιώνεται από το κατά πόσο οι υποθέσεις της επιβεβαιώνονται εμπειρικά είτε νοητικά, και όπου οι αντιφάσεις οδηγούν σε απαίτηση για βελτίωση της παρατήρησης ή μετατροπή της θεωρίας. (Ιακώβου, 2008: 299) Η παραδοσιακή θεωρία εκλάμβανε τον εαυτό της ως ανεξάρτητη από την κοινωνία, αλλά στην πραγματικότητα η χρήση της ήταν και αυτή μια κοινωνική διαδικασία. Τα ερωτήματα που θέτει εξαρτώνται από τις εξωτερικές συνθήκες και πεδίο ενδιαφέροντός της είναι να χειραγωγηθεί η φύση και οι κοινωνικοί μηχανισμοί σε πρακτικό επίπεδο.

Ο προβληματισμός του Χορκχάϊμερ είναι ότι η θεωρία και το αντικείμενο που παρατηρεί δεν είναι ανεξάρτητα αλλά αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, αφού βρίσκονται εντός της ίδιας κοινωνικής κατάστασης. Αυτό που λείπει από την παραδοσιακή θεωρία είναι ο αναστοχασμός πάνω στο τι είναι η ίδια και τον σκοπό που επιτελεί, ενώ αυτό το έλλειμα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μεταξύ άλλον η παραδοσιακή θεωρία έχει και αυτή μια ιδεολογική λειτουργία. (Ιακώβου, 2008: 300)

Οι στοχαστές της Σχολής της Φρανκφούρτης διατύπωσαν μια οξεία κριτική στη θετική διαλεκτική του Χέγκελ και του Λόγου στην Ιστορία στην οποία βρίσκουν αντιφάσεις και παραγνώριση του ανθρώπινου πόνου, αλλά και μια κριτική στην έννοια του υλισμού ευρύτερα. Επίσης αντιτάχθηκαν σε κυρίαρχα φιλοσοφικά και επιστημολογικά ρεύματα της εποχής. Συμφωνούν με τον Βέμπερ ότι στη διαφωτισμένη κοινωνία δεν υπάρχει θέση για το Λόγο, αλλά με τη ερμηνεία ότι ο Λόγος φαίνεται ως μια απλή ψευδαίσθηση μέσα από τον ψευδή ορθολογικότητα του σύγχρονου κόσμου (Wellmer, 1989: 22) Οι διαδικασίες εξορθολογισμού της κοινωνίας δεν εκδηλώνονται μόνο μέσα από το ότι είναι διαρκώς αυξανόμενη πραγμοποίηση και αντίληψη του κόσμου ως αντικείμενα και ορθολογικές διαδικασίες. Εκδηλώνονται επίσης και ως μια πραγμοποίηση της συνείδησης, η οποία οδηγεί στην έκλειψη του νοήματος του Λόγου και της απελευθέρωσης. (Wellmer. 22)

Η κριτική θεωρία  παρατηρεί ότι στη νεωτερική κοινωνία, στην οποία αναδύθηκαν οι αξίες της ελευθερίας, της ισότητας και της ανεξαρτησίας. κυριαρχεί επίσης η σφαίρα της αγοράς όπου κυριαρχούν τα ατομικά συμφέροντα καθώς επίσης και ρυθμιστικές αρχές που εξορθολογίζουν και οργανώνουν τους διοικητικούς, οικονομικούς, πολιτιστικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς, λειτουργώντας ως ουσιαστικοί παράγοντες διαμόρφωσης της ατομικότητας. Έτσι, ο άνθρωπος χάνει την ατομικότητα και υποκειμενικότητα που υπερασπίζουν την ελευθερία του και αποξενώνεται από την ουσία και το νόημα ύπαρξής του. (Ιακώβου, 2008: 303-304)

Ο ολοκληρωτικός σχεδιασμός της κοινωνίας δεν αφήνει στα άτομα τον χρόνο και την ευχέρεια στη σκέψη. Κάθε τι θα πρέπει να έχει ένα αποτέλεσμα. Ο ελεύθερος χρόνος κατά την οποία ο άνθρωπος δεν εργάζεται δεν σπαταλιέται, Επιβάλλεται η προσταγή και υπακοή στους κανόνες της οικονομίας, της συλλογικότητας και της μαζικής συμμετοχής. (Χορκχάιμερ, 1984: 33-35) Το άτομο καταλήγει να λειτουργεί ως ενσωματωμένο υποκείμενο σε μια κατάσταση που επιβάλλεται ως φυσικός νόμος που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. (Φωτόπουλος, 2008: 328)

Ο διαφωτισμός πηγάζει αλλά και στοχεύει να πολεμήσει τον φόβο και να υψώσει την κυριαρχία του ανθρώπου στη σχέση του με τη φύση. Οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο υποβάλουν σε κριτική τον διαφωτισμό ως προοδεύουσα σκέψη που επιβάλει την ορθολογικότητα. Αυτό, επειδή ο διαφωτισμός εμπεριέχει ως εγγενές το στοιχείο αυτό που οδηγεί στην αυτοκαταστροφή του, με το οποίο κάθε βήμα προς την απελευθέρωση του ανθρώπου συνοδεύεται αντίστοιχα από μια ανάλογη αύξηση στην υποδούλωση του ατόμου.(Ιακώβου, 2008: 307)

Στο έργο Διαλεκτική του Διαφωτισμού παραπέμπουν στην αναγνώριση από τον Μπέικον του ότι η γνώση αποτελεί ένα εργαλείο για τον πρακτικό κατεξουσιασμό της φύσης από τον άνθρωπο για την επιβίωσή του. Παρατηρούν έτσι ότι η ορθολογική διαδικασία καθορίζεται έτσι ώστε να καθίσταται τεχνική, κατευθυνόμενη από την επιθυμία για γνώση μέσω της ορθολογικής γνωστικής διαδικασίας καθοδηγείται από την επιθυμία για πρακτική κυριαρχία επί της φύσης και των ανθρώπων. Συνεπώς, η ορθολογική σκέψη και οι αρχές της δεν είναι ουδέτερα εργαλεία αλλά όργανα κατεξουσιασμού. (Ιακώβου, 2008: 308-309)

Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι ο ρόλος των επιστημών στους παραδοσιακούς γνωστικούς κλάδους κάνουν τον Λόγο να είναι ουσιαστικά εργαλειακός. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ορθολογισμού αποκαθαίρεται η σκέψη από ουσιαστικά περιεχόμενα σε σχέση με τη φύση, και οδηγεί σε πλήρη ταύτιση με την καθαρή και τυπική λογική. Αυτή η μηχανή σκέψης όμως υποδουλώνει την ελπίδα για κάτι διαφορετικό και νέο στον κόσμο, δίνοντας πρωτεία στην αντίληψη περί αιτιότητας και υποβαθμίζοντας το αποτέλεσμα ως μοιραίο, όπως και στην αρχαία μυθολογία. Με βάση μια τέτοιου είδους ανάλυση οι Χορχάιμερ και Αντόρνο υποστήριξαν ότι ο διαφωτισμός πέφτει στο επίπεδο του μύθου από τον οποία προσδοκούσε να ξεφύγει. (Ιακώβου, 2008: 310)

Οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο παραπέμπουν προς τον Βέμπερ ο οποίος διέκρινε, στον εξορθολογισμό που έφερε ο Διαφωτισμός, τρεις πλευρές της ορθολογικότητας. Στο νόημα που δίνει στον ορθολογισμό φαίνεται ότι αυτός επιβάλλει μια λογική και συστηματική τάξη στις πολλαπλές κοινωνικές δραστηριότητες, ιδέες, και καταστάσεις. Συνάμα οδηγεί σε γραφειοκρατικές μορφές οργάνωσης καθώς συνδέεται με την οικονομική και διαχειριστική αποτελεσματικότητα.

Σε ότι αφορά τις κοινωνικές δραστηριότητες τις μεταβάλλει από κοινοτικές σε συνεργατικές δραστηριότητες, στις οποίες κυριαρχούν απρόσωπες πρακτικές σκοπιμότητες. Η ορθολογικότητα σχετίζεται ένα νέο ήθος επιστημονικής αντικειμενικότητας και μια στάση απαλλαγμένη από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες και απώλεια του ιερού χαρακτήρα του φυσικού και κοινωνικού κόσμου, μια «απομάγευση» του κόσμου κατά τον Βέμπερ. Αυτός ο εξορθολογισμός οδηγεί τον άνθρωπο στον εγκλεισμό του σε απάνθρωπα κοινωνικά συστήματα. Τελικά, «ακόμη και εκείνοι που διαμορφώνουν τον ολοκληρωτικό σχεδιασμό […] διαθέτουν τόσο μικρή αυτονομία όση και εκείνοι τους οποίους ελέγχουν.» (Χορκχάιμερ, 1984: 31)

Η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία γίνεται αντιληπτή ως μια τεχνολογική ορθολογικότητα που δρα αντιφατικά σε σχέση με τις δυνατότητές της αλλά και σε σχέσει με αυτά που επιδιώκει. Η τεχνολογία ως απρόσωπος μηχανισμός χειραγωγεί και καταπιέζει τα ανθρώπινα ένστικτα τόσο ώστε ακυρώνεται το αρχικό νόημα του Λόγου. (Φωτόπουλος, 2008: 327) Οι τάσεις τυποποίησης, εργαλειοποίησης και γραφειοκρατικοποίησης σε διάφορα επίπεδα που καθοδηγούνται από μια συστηματική λογική ή αναγκαιότητα, απομακρύνουν την ιδέα του αυτόνομου ατόμου, το οποίο τείνει να εξαφανιστεί. Τελικά οδηγούμαστε σε ένα παράδοξο, όπως αναφέρει ο Wellmer, καθώς η διαδικασία απομάγευσης, κατά την οποία ο πολιτιστικός λόγος και η κοινωνική αλληλεπίδραση εξορθολογίζονται, υπονομεύει την βάση για την ύπαρξη αυτόνομων και ελλόγων ατόμων. (Wellmer, 1989: 17)

Η τεχνοκρατική κοινωνία διαμορφώνει μια ψευδή συνείδηση που παραμορφώνει την αντίληψη της πραγματικότητα από τα άτομα. Εκτός από ένα σύνολο πρακτικών, διαμορφώνεται η ίδια ως παράγοντας ιδεολογίας που συμβάλει στην αποδοχή της κυρίαρχης κοινωνικής κατάστασης. (Φωτόπουλος, 2008: 328) Το καπιταλιστικό σύστημα αντέδρασε στην απειλή της επαναστατικής αλλαγής του μέσα από την αναδόμηση του πολιτικού συστήματος και απορρόφησης της διάθεσης για αντίσταση επηρεάζοντας τη συλλογική συνείδηση μέσα από τη μαζική κουλτούρα. (Ιακωβίδου: 305-306).

Η μαζική κουλτούρα παρεμποδίζει την ψυχολογική και κοινωνική ανάγκη για την ανάπτυξη και προβολή των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Διαμορφώνεται και διαχέεται μέσω της πολιτιστικής βιομηχανίας, και μέσω του εξορθολογιστικού εργαλείου με την αρχή της αποδοτικότητας, με την οποία διαμορφώνεται ένας καθορισμένος τρόπος ζωής που αναπαράγει το κυρίαρχο κοινωνικό καθεστώς. (Φωτόπουλος, 2008: 329)

Η υποβάθμιση του Λόγου ως εργαλείο για την λειτουργία και τους σκοπούς της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας οδηγεί στην εξαφάνιση της δημιουργικής αναζήτησης. Ο Αντόρνο θεωρεί ότι η τέχνη είναι το τελευταίο απομεινάρι του Λόγου καθώς διαφέρει από τη συνθετική λογική σκέψη που επιβάλει ο εξορθολογισμένος κόσμος, και γι’αυτό γίνεται το κύριο μέσο μια γνώσης που δεν είναι ακόμη πραγμοποιημένη και αποτελεί υπόδειγμα για την αποκάλυψη του πλαστού χαρακτήρα της υπάρχουσας πραγματικότητας. (Wellmer, 1989: 22)  Ομοίως, για τον Μαρκούζε, η τέχνη λόγω της αισθητικότητάς της βρίσκεται αυτόνομη απέναντι στις κοινωνικές σχέσεις και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο αμφισβήτησης της κυρίαρχης κοινωνικής συνείδησης και εμπειρίας. (Φωτόπουλος, 2008: 329)

 

Βιβλιογραφία

  • Ιακώβου, Βίκυ (2008), «Η Κριτική Θεωρία και η Νεωτερικότητα», στο Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 297-324.
  • Φωτόπουλος, Νίκος (2008), «Από τον Μονοδιάστατο Άνθρωπο στην Αποικιοποίηση του Βιοκόσμου: Χέρμπερτ Μαρκούζε και Γιούργκεν Χάμπερμας απέναντι στη Νεωτερικότητα», στο Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 325-346.
  • Wellmer, Albrecht (1989), Λόγος, Ουτοπία και η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, Αθήνα, Εκδόσεις Έρασμος, ειδ. σελ. 13-27.
  • Χορκχάιμερ, Μαξ (1984), Το Τέλος του Λόγου, μτφρ. Στ. Ροζάνης, Αθήνα, Εκδόσεις Έρασμος.

 

Σημειώσεις