Η θεωρία του Pierre Bourdieu για τη συγκρότηση της κοινωνίας και οι απόψεις του για τη Νεωτερικότητα

Habitus και κοινωνικά πεδία

Το ζήτημα ως προς το πως συγκροτείται η κοινωνία κινείται βασικά γύρω από δυο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις. Η μία είναι η αντικειμενιστική θεώρηση του κοινωνικού πλαισίου σύμφωνα με την οποία οι δράσεις των υποκειμένων κατευθύνονται από ορθολογική σκέψη. Μια άλλη εκδοχή παρουσιάζει την κοινωνία ως μια αυθύπαρκτη δομή πάνω από το σύνολο των υποκειμένων από τα οποία απαρτίζεται. Σε αυτή την κατεύθυνση τα άτομα συμμετέχουν απλώς σε διαδικασίες αποτελώντας απλώς τους φορείς λειτουργίας της δομής. Η αντικειμενιστική θεώρηση ελαχιστοποιεί την ελευθερία στην δράση των υποκειμένων. Αντίθετα με αυτή την κατεύθυνση, η υποκειμενιστική θεώρηση αντιλαμβάνεται τα δρώντα υποκείμενα ως ξεχωριστά άτομα με ανεξάρτητες ικανότητες για επιλεκτική δράση, στόχους και επιδιώξεις, δηλαδή με πλήρη ελευθερία, τα οποία απλά κινούνται σε μια κοινωνία που είναι το άθροισμα και της διαπλοκής των ατομικών δράσεων των υποκειμένων από την οποία συγκροτείται. Και οι δύο αυτές κατευθύνσεις βλέπουν την κοινωνία ανεξάρτητα από τη δράση των υποκειμένων της. (Ρωμανός, 2007, σ. 338)

Ο Bourdieu προσπαθεί, όπως ο Γκίντενς και ο Χάμπερμας, να γεφυρώσει αυτές τις κατευθύνσεις που διαχωρίζουν πλήρως τις υποστάσεις του κοινωνικού και του υποκειμένου του, λέγοντας ότι δεν θα πρέπει να θεωρούνται ανεξάρτητα. Μία από τις ευρέως αναφερόμενες έννοιες που αναπτύχθηκαν από τον Bourdieu ήταν η ιδέα του για το habitus. Στη βάση του, το habitus αφορά την αναπαραγωγή, καθόσον αυτό που εξηγεί είναι οι κανονικότητες που μοιάζουν στην πράξη. Εξηγεί την κανονικότητα με αναφορά στην κοινωνική ενσωμάτωση του δρώντα, το γεγονός ότι οι δρώντες διαμορφώνονται κοινωνικά με σχετικά σταθερούς προσανατολισμούς και τρόπους δράσης. Η σταθερότητα του habitus δεν εκφράζεται σε κανόνες, τους οποίους απορρίπτει ο Bourdieu, αλλά στις συνήθειες, τις προδιαθέσεις να ενεργούν με ορισμένους τρόπους, και τα συστήματα αντίληψης που διατάζουν ατομικές προοπτικές κατά κοινωνικά καθορισμένες γραμμές. Μέσα από το habitus, η κοινωνία εντυπώνεται στο άτομο, όχι μόνο στις ψυχικές συνήθειες, αλλά ακόμη περισσότερο στις σωματικές. (Λελεδάκης, 2010, σ. 400-401)

Το habitus – τόσο προϊόν όσο και παραγωγός του κοινωνικού – είναι μια ταυτόχρονα δομημένη και δομική οντότητα που ενσωματώνει μια περίπλοκη αλληλεπίδραση σύγχρονων και διαχρονικών κοινωνικών στοιχείων. Το habitus αντιπροσωπεύει ένα σύνολο διατάξεων, αντανακλαστικών και μορφών συμπεριφοράς που οι άνθρωποι αποκτούν μέσω της δράσης στην κοινωνία. Αντικατοπτρίζει τις διαφορετικές θέσεις που έχουν οι άνθρωποι στην κοινωνία, ανεξάρτητα από το αν π.χ. προέρχονται από περιβάλλον μεσαίας τάξης ή από την εργατική τάξη.

Το habitus των ατόμων ή των ομάδων τοποθετείται σε μια κοινωνική σφαίρα της οποίας το επίπεδο διάκρισης, ο τομέας της διαμάχης και του διαλόγου, υποστηρίζεται από ένα ευρύτερο στρώμα ακλόνητων και προ-αντανακλαστικών ή, στην ορολογία του Bourdieu, δοξικές υποθέσεις και πρακτικές που παραμένουν λανθάνουσες και μη αμφισβητούμενες. Αυτή η βαθιά θεμελίωση της κοινωνικής ζωής – που μπορεί να συνεπάγεται, όπως κάνει η θεωρία της κρίσης του Bourdieu εν γένει – μια υπερβολικά συναινετική προοπτική για την κοινωνική τάξη – είναι προϊόν αγώνων που έχουν βυθιστεί στη λήθη, καθιστώντας επανειλημμένη την νομιμοποίηση του status quo και τις πολιτικές εξουσίες. Με άλλα λόγια, το habitus κανονικά τείνει να είναι μια αντανάκλαση του ευρύτερου πλαισίου στο οποίο τοποθετείται, από το οποίο προέρχεται και το οποίο αναπαράγει.

Το habitus επίσης δεν είναι μονολιθικό αλλά δημιουργείται και εκδηλώνεται σε δομημένους χώρους κοινωνικής δραστηριότητας τα οποία ο Bourdieu αποκαλεί πεδία.  Το κάθε πεδίο δομείται από κανονικότητες και αντικειμενικές προδιαθέσεις με δυναμικές τάσεις διατήρησης της ίδιας της κανονικότητάς τους. Το habitus σε κάθε υποκείμενο καθορίζει σε ποια πεδία θα αγωνιστεί για κοινωνική άνοδο, βασικά εκεί που έχει τις περισσότερες δυνατότητες σύμφωνα με τις έξεις και το κεφάλαιο που κουβαλά και το πως μπορεί αυτό να χρησιμοποιηθεί ανάλογα με το κάθε πεδίο.

Τα διάφορα είδη κεφαλαίου είναι οι μεταβλητές οι οποίες ορίζουν τη θέση του δρώντος σε κάθε πεδίο. Ονομάζονται οικονομικό, πολιτιστικό, κοινωνικό, και συμβολικό κεφάλαιο, και σε κάθε πεδίο οι προδιαθέσεις των ατόμων εντός του διασφαλίζουν την ομοιογένεια και την ομοιότητα ως προς το κεφάλαιο που κουβαλούν όσοι κινούνται εντός του. Αλλά ταυτόχρονα, επιδιώκουν ατομικά ή κατά ομάδες να μεγιστοποιήσουν τις διάφορες μορφές κεφαλαίου τους, χρησιμοποιώντας την κατάλληλη πρακτική. (Λελεδάκης, 2010, σ. 403)

Για την δράση στην οποία καταφεύγουν οι δρώντες για να μεγιστοποιήσουν  τα οφέλη τους, εισάγεται η έννοια της στρατηγικής. Αυτή φαίνεται να είναι προκαθορισμένη ως προς την επιδίωξή της και βασισμένη στην ορθολογική επιλογή των πιο κατάλληλων μέσων για τον σκοπό της (την αύξηση του κεφαλαίου).

Κριτική στον Bourdieu

Η κοινωνιολογία του Pierre Bourdieu περιλαμβάνει ένα ευρύ σύστημα εμπειρικά τεκμηριωμένων θεωρητικών εκτιμήσεων που αγγίζουν πολλές σφαίρες της κοινωνικής ζωής και διερευνούν τις διαδικασίες που εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή διαφόρων μορφών κοινωνικής πρακτικής. Ωστόσο, σε αντίθεση με πολλούς άλλους θεωρητικούς, ο Bourdieu προτείνει ότι ένας ορισμένος βαθμός συγκρούσεων και αγώνων είναι αναπόφευκτος στις διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής. Παρόλο που μια τέτοια αντίληψη μπορεί να δημιουργήσει κάποια προβλήματα ως προς την κυκλικότητα της κοινωνικής αναπαραγωγής που θέτει ο Bourdieu, η έννοια της αλλαγής ως φυσιολογικό χαρακτηριστικό των υφιστάμενων και νεοσύστατων κοινωνικών δομών είναι σημαντική και μπορεί να αποτελέσει ένα κατάλληλο σημείο εκκίνησης για μια θεωρία της κοινωνικής κίνησης.

Εδώ τίθεται ερώτημα για τη θέση της έλλογης, προθεσιακής και συνειδητής δράσης που επιδιώκει συνειδητά κάποια κοινωνική αλλαγή. Το πρόβλημα που επισήμαναν οι επικριτές του Bourdieu είναι το εξής: Αν το περιβάλλον καθοριζόταν από αντικειμενικές συνθήκες, εξασφαλίζοντας την κατάλληλη δράση για την κοινωνική θέση στην οποία βρισκόταν κάθε άτομο  και το habitus ήταν ασυνείδητα εσωτερικοποιημένες προδιαθέσεις και κατηγορίες, τότε η κοινωνική αλλαγή θα ήταν αδύνατη. Τα άτομα θα ενεργούν σύμφωνα με τις αντικειμενικές δομικές συνθήκες στις οποίες βρίσκονται, και κατά συνέπεια απλώς αναπαράγουν αυτές τις αντικειμενικές συνθήκες επαναλαμβάνοντας τις ίδιες πρακτικές.

Το habitus έχει τη μορφή μιας κωδικοποιημένης γνώσης των κανόνων που συγκροτεί το σύστημα προδιαθέσεών του ανάλογα με τα κοινωνικά πρότυπα και αντιλήψεις με τις οποίες έρχεται σε επαφή. Οι κοινωνικές πρακτικές που καθοδηγούνται από το habitus παρουσιάζουν ομοιομορφία και επαναληπτικότητα που αναπαράγει την υπάρχουσα δομή, αλλά πολύ περισσότερο αδυνατεί να παρουσιάσει ένα τρόπο με τον οποίο μπορεί να υπάρξει δράση από υποκειμενικούς φορείς που θα μπορούσε να φέρει αλλαγές στην δομή που περιγράφεται απολύτως αντικειμενικά υπάρχουσα και ρυθμίζεται ντετερμινιστικά (Ρωμανός, 2007, σ. 344).

Παρά τον ισχυρισμό του Bourdieu ότι το habitus επιτρέπει στους δρώντες να αντιμετωπίζουν απρόβλεπτες και συνεχώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις, αν ο ορισμός του για το habitus ληφθεί κατά λέξη, τότε αυτές οι καινούργιες καταστάσεις δεν θα μπορούσαν ποτέ να προκύψουν, ούτε θα μπορούσαν να επιτρέψουν τη μεταβολή της πρακτικής. Οι κοινωνικές πρακτικές θα καθορίζονταν από a priori προδιαθέσεις, ενσωματωμένες εν αγνοία τους από τους κοινωνικούς παράγοντες και, κατά συνέπεια, η ευελιξία και η δημιουργικότητά τους έναντι των μεταβαλλόμενων καταστάσεων θα περιοριζόταν. Οι δρώντες προσαρμόζονται και αποκτούν εξοικείωση με την κανονικότητα την οποία αναπαράγουν χωρίς συνειδητή επιλογή ή έστω γνώση του ορθού ή μη ορθού. Η δράση τους ακολουθεί μια αδιαμφισβήτητη συνέχεια μιας προκαθορισμένα αποδεκτής ρουτίνας. Εν ολίγοις οι πράξεις είναι πολιτισμικά προκαθορισμένες, με τρόπο που οι δρώντες λειτουργούν χωρίς συνειδητή γνώση αλλά με αντικειμενικές προθέσεις που υπερβαίνουν τις υποκειμενικές επιλογές. Υπό αυτές τις συνθήκες το habitus είναι ο τρόπος με τον οποίο το κοινωνικό καθεστώς αναπαράγεται ασυνείδητα με βάση το αντικειμενικά προσδιορισμένο παρελθόν του  (Ρωμανός, 2007, σ. 346-347).

Από τη στιγμή που επιβάλλεται στην ιδιοσυγκρασία τους, δεν μπορούν ποτέ να κατασκευάσουν νέες στρατηγικές για νέες καταστάσεις επειδή δεν γνωρίζουν το habitus τους (είναι εκτός της συνείδησής τους) και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αρχίσουν να το ερμηνεύουν. Εξάλλου, δεδομένου ότι όλοι στην κοινωνία έχουν ένα habitus, τα άτομα δεν θα αντιμετωπίσουν ποτέ πραγματικά απρόβλεπτες και συνεχώς μεταβαλλόμενες καταστάσεις, διότι όλοι οι άλλοι, ακολουθώντας επίσης το habitus, απλώς επαναλαμβάνουν τις κοινωνικές τους πρακτικές και αναπαράγουν τις κοινωνικές τους σχέσεις. Το habitus παρουσιάζεται ως εγγενής συνιστώσα της συμπεριφοράς του δρώντος, πέρα από το συνειδητό του έλεγχο ή της ηθελημένης προσαρμογής του στο καθεστώς. Με αυτό τον τρόπο η υποκειμενικότητα προσαρμόζεται στις αντικειμενικές συνθήκες και η παρέκκλιση προσαρμόζεται στη δομή και το σύστημα  (Ρωμανός, 2007, σ.345).

Το βασικό θεωρητικό μοντέλο του Bourdieu για το habitus δεν διαφοροποιείται για τις προνεωτερικές και νεωτερικές κοινωνίες, από την άποψη ότι η ελάχιστη αυτονομία που μπορεί να συνυπάρχει με το habitus και την εκ προδιάθεσης καθορισμένη στρατηγική δεν είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη σε κάθε περίοδο. Οι μόνες διαφοροποιήσεις που εντοπίζονται είναι στην έννοια του πεδίου, χωρίς όμως να θεματοποιούνται από τον Bourdieu. Απλώς τα πεδία, όντας κοινωνικοί χώροι, μεγαλώνουν ως προς τον αριθμό τους στη νεωτερική εποχή. (Λελεδάκης, 2010)

Τα κοινωνικά πεδία τα βασίζει στις διάφορες μορφές κεφαλαίου, που τις παρουσιάζει ως αντικειμενικά μετρήσιμες. Στην πραγματικότητα όμως οι περισσότερες αυτές δεν μπορούν να ποσοτικοποιηθούν. Από την άλλη όμως η απόπειρα του Bourdieu να τις περιγράψει ως ανεξάρτητες από το άτομο οδηγεί στην επιστροφή στην αντικειμενικότητα της κοινωνίας, ενώ στόχος ήταν η υπέρβαση αυτής της έννοιας. (Λελεδάκης, 2010, σ. 412-413.)

Ουσιαστικά, ο κοινωνικός κόσμος δεν εξετάζεται ως προς τη δομική του υπόσταση που είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών πρακτικών, αλλά ως μια αντικειμενικά προσδιορισμένη δομή και οργανωμένη ιεραρχία διακριτών κοινωνικών πεδίων. Δηλαδή, οι αγώνες των δρώντων διεξάγονται σε αντικειμενικά δομημένα συστήματα και συνθήκες οι οποίες περιορίζουν την ατομική και ελεύθερη δράση. (Ρωμανός, 2007, σ.343)

Η «δομοποίηση» που παρουσιάζει ο Bourdieu συνδέεται με την ανταγωνιστική συνύπαρξη και την ισχύ. Το κοινωνικό πεδίο αναπαράγεται από τις σχέσεις των δρώντων οι οποίοι δεν έχουν την επιλογή να αποχωρήσουν από τον ανταγωνισμό για την διατήρηση ή την ανύψωσή της θέσης τους.  (Ρωμανός, 2007, σ. 342) Αντίθετα, θα επιχειρήσουν να επιλέξουν την κατάλληλη στρατηγική ώστε να επιτύχουν, ως να είναι ο προκαθορισμένος σκοπός της ζωής τους. Έτσι, το habitus αποκλείει τη δυνατότητα κοινωνικής αλλαγής. Ουσιαστικά, το habitus τυπικά αποκλείει κάθε εξωτερική παρέμβαση που αποτελούσε ανέκαθεν βασικό κινητήριο μοχλό για τον κοινωνικό μετασχηματισμό επειδή άτομα σε άλλες κοινωνίες, που λειτουργούν υπό τις δικές τους συνήθειες, θα περιοριστούν με τον ίδιο τρόπο στις δραστηριότητές τους και δεν θα αναζητήσουν νέες επαφές με άλλες ομάδες. Είναι σαφές ότι μια τέτοια ακαμψία, η οποία είναι εντελώς αντίθετη με τις προθέσεις του Bourdieu, είναι αδικαιολόγητη, αλλά αυτό το άτοπο υπονοείται στο habitus, αποδεικνύοντας τους σοβαρούς περιορισμούς αυτής της έννοιας.

 

Βιβλιογραφία

  • Λελεδάκης, Άκης (2010), «Η Θεωρία του Π. Bourdieu για την Κοινωνία και τη Νεωτερικότητα», στο Σ. Κονιόρδος (επιμ.), Κοινωνική Σκέψη και Νεωτερικότητα, Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg, σσ. 397-415.
  • Ρωμανός, Βασίλης (2007), «Το Ζωντανό Κυριεύει το Πεθαμένο; Δομή, Δράση και Υποκειμενικότητα στον Pierre Bourdieu», στο Σ. Παπαϊωάννου (επιμ.), Ζητήματα Θεωρίας και Μεθόδου των Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική, σσ. 338-361.